Translation of "decrease in sales volume" to Greek language:
Dictionary English-Greek
Examples (External sources, not reviewed)
| Decrease Volume | Μείωση έντασης |
| Decrease Volume | 'Audio' menu |
| Decrease Volume | Μείωση έντασης |
| Decrease Volume command decreases the sound volume. | Η εντολή αυτή μειώνει την ένταση του ήχου. |
| Decrease Volume of Master Channel | Ορίστηκε μη έγκυρος μείκτης. |
| An increase in plasma volume accompanied by decrease in red cell parameters and increase in heart weight. | Αύξηση στον όγκο πλάσματος που συνοδεύτηκε από ελάττωση στις παραμέτρους των ερυθροκυττάρων και αύξηση του βάρους της καρδιάς. |
| An increase in plasma volume accompanied by decrease in red cell parameters and increase in heart weight. | 35 ερυθροκυττάρων και αύξηση του βάρους της καρδιάς. |
| An increase in plasma volume accompanied by decrease in red cell parameters and increase in heart weight. | Αύξηση του όγκου του πλάσματος συνοδευόμενη από μείωση των δεικτών των ερυθρών αιμοσφαιρίων και αύξηση του βάρους της καρδιάς. |
| An increase in plasma volume accompanied by decrease in red cell parameters and increase in heart weight. | Αύξηση του όγκου του πλάσματος, συνοδευόμενη από μείωση στις παραμέτρους των ερυθρών αιμοσφαιρίων και σε αύξηση του βάρους της καρδιάς. |
| Clearance and volume of distribution decrease with increased intravenous doses and increase with time. | Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής μειώνονται όταν αυξάνονται οι ενδοφλέβιες δόσεις και αυξάνονται με το χρόνο. |
| A decrease or increase in the Xeomin dose is possible by administering a smaller or larger injection volume. | Είναι δυνατή η µείωση ή αύξηση της δόσης του Xeomin µέσω χορήγησης µικρότερου ή µεγαλύτερου ενιόµενου όγκου. |
| Sales | Πωλήσεις |
| Greece Christmas sales in decline | Σε πτώση οι χριστουγεννιάτικες αγορές στην Ελλάδα |
| Decrease in haemoglobin, Decrease in haematocrit, Neutropenia, Thrombocytopenia | Μείωση στην αιμοσφαιρίνη, Μείωση στον αιματοκρίτη, Ουδετεροπενία, Θρομβοπενία |
| Outright sales Issuance of debt certificates Outright sales | Χωρίς περιοδικότητα |
| Sales 1A . | Οι πωλήσεις 1A . |
| Sales 1C . | Οι πωλήσεις 1Γ . |
| PC sales picked up by 40 in 2007, while business software sales rose by 27 . | Οι πωλήσεις Η Υ αυξήθηκαν 40 το 2007, ενώ οι πωλήσεις λογισμικών για επιχειρήσεις κατά 27 . |
| Haemoglobin decrease (rarely resulting in anaemia), haematocrit decrease | Μείωση αιµοσφαιρίνης (η οποία σπάνια καταλήγει σε αναιµία), µείωση αιµατοκρίτη |
| in AER decrease | του AER p |
| The volume of jobs will decrease since we will have to assume small orders because of limited working hours. | Ο όγκος της δουλειάς μας θα μειωθεί καθώς θα πρέπει να αναλαμβάνουμε μικρότερες παραγγελίες λόγω του περιορισμένου ωραρίου εργασίας . |
| The central volume of distribution may depend on the status of the ductus and decrease as the ductus closes. | Ο κεντρικός όγκος κατανομής μπορεί να εξαρτάται από την κατάσταση του πόρου και να μειώνεται καθώς σημειώνεται σύγκλειση του πόρου. |
| Honduras Sales in a Bus Global Voices | Ονδούρα Πωλητές σε λεωφορεία |
| Home sales hurting in Serbia, Croatia, Montenegro | Οι πωλήσεις σπιτιών πληγώνουν σε Σερβία, Κροατία και Μαυροβούνιο |
| In Montenegro, apartment sales are virtually flat. | Στο Μαυροβούνιο, οι πωλήσεις διαμερισμάτων είναι στην ουσία υποτονικές. |
| In 2004, its sales totaled 455m euros. | Το 2004, οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 455 εκατομμύρια ευρώ. |
| Total sales in the U.S. were 664. | Οι πωλήσεις στην αμερικανική αγορά ξεκίνησαν το 1983. |
| Music Sales, 2005. | Music Sales, 2005. |
| Allergan Sales Ltd | Allergan Sales Ltd |
| Volume of Distribution In all clinical studies, volume of distribution approximated serum volume, 2.95 L. | Όγκος κατανομής Σε όλες τις κλινικές δοκιμές ο όγκος κατανομής ήταν περίπου ισοδύναμος με τον όγκο ορού, 2, 95 L. |
| volume A volume | έγχυσης Α |
| We expected some drop in sales, he says. | Περιμέναμε πτώση των πωλήσεων, μας λέει. |
| Business Car sales on the rise in Bulgaria | Επιχειρήσεις Αύξηση στις πωλήσεις αυτοκινήτων στη Βουλγαρία |
| 20 , plus sales 1A . | 20 , συν τις πωλήσεις 1A . |
| 18 , plus sales 1A . | 18 , συν τις πωλήσεις 1Α . |
Related searches: Decrease In Sales Volume - Decrease Volume - Y-o-y Volume Decrease - Volume-related Decrease - Pre-sales, To Sales And After Sales - Decrease Days Sales Outstanding - A Decrease In Sales - Decrease Of Sales Has - Decrease In Sales Forecasts - Decrease In Sales Due To -